Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

Παρουσία εν τη απουσία

Τώρα λοιπόν που θα λείπεις για λίγο
 Τώρα που πας να πάρεις τσιγάρα
Τώρα που έσβησα ένα μόλις εγώ
Τώρα που άρχισα να σου μιλώ όπως σ αρέσει Σου λέω ...
Νόμισα πως ξέχασα Τη φωνή σου
Τα τραγούδια που ακούς
Τη μάρκα των τσιγάρων σου
Τώρα που λείπεις Καθώς περπατάς στο δρόμο Σου λέω
 πως σου χρωστώ μια βόλτα με τα πόδια
Μια βόλτα με ποδήλατο
Σου χρωστώ ένα τσιγάρο κι ένα φιλί
 Φιλί με καπνό στο στόμα μου
Από το στόμα μου ο καπνός στο δικό σου στόμα με φιλί


Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Προσήλωση

Αφέντες σκύλων στην πρωινή βόλτα
 λουριά τεντωμένα
σκυλίσια στόματα γεμάτα σάλια.
 Αμπαρωμένος στις
αλουμινένιες πολεμίστρες παρατηρώ την κομψή
 φωτογράφο
 να μελετά στο δρόμο σαπισμένα κουφάρια σπιτιών.
 Ραγισμένα κουφάρια σπιτιών
που πνίγουν στα πλευρά τους ρίζες λουλουδιών.
Λουλούδια βαμμένα με το φονικό χαμόγελο ενός κλόουν.
 Άνθη δυστυχισμένα άνθη που ποτίζονται με λεκέδες εκσπερμάτωσης.
 Άνθη σπαρμένα από το ράμφος όρνιου.
 Άνθη που γεμίζουν οξυγόνο από δύσοσμα στόματα.
Άνθη που πνίγονται από εξατμίσεις πετρελαίου.



Κίτσου Τζαβέλα και Επαμεινώνδα Δεληγιώργη

Τρυπάει μέσα απ’ τα στενά
τη φλόγα του καλοκαιριού
φυσάει μαϊστράλι
λίγα τα σύννεφα που σκορπάνε  στο φως.
κορίτσια με τιραντέ μπλουζάκια προκαλούν,
δροσιά στα μάτια.
Γλυκιά ζωή, γλυκιά πνοή τ’ ανέμου
γέρνεις το σώμα , την ψυχή, γέρνεις το βλέμμα.
Γυαλιά σπασμένα.
Ταμπέλα σκουριασμένη σε επιχείρηση κλειστή
προ τριακονταετίας
πωλούνται σε ευκαιρίας τιμή, είδη προικός
οι τιμές μας κατώτερες των Αθηνών.
Κυρίες περπατούν προσεκτικά κυρίως λόγω δωδεκαπόντου
ύπουλος εχθρός η κακότεχνη πεζοδρόμηση.
Ακόλουθοί τους οι ευπρεπείς καλοθρεμμένοι σύζυγοι τους.
Πύκνωσαν  τα σύννεφα,
δυνάμωσε ο μαΐστρος,

ίσως γυρίσει σε προβέντζα. 


Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

ΓΚΙΣΕΜΙ

Ροή θορύβου
Ροή λευκού
Ροή ιδρώτα
Ράισμα πάνω από το  βλέφαρο του ματιού, ματιά ραγισμένη, ματιά οδηγός, οδηγός ζωής, γκισέμι. Τώρα σου δίνω μια παλάμη, πέντε δάχτυλα, ένα χέρι. Σου ζητώ να βαδίσουμε εκεί που οι μεθυσμένοι άγγελοι  επαναστάτησαν και χόρευαν. Σ’ εκείνα τα χωράφια που έχουν ανακλάσεις ύμνων, τραγουδιών, μουσικών. Εκεί να βαδίσουμε με τα χέρια απλωμένα στον άνεμο τις μύτες σηκωμένες στον αέρα, να γεμίσουμε τα πλεμόνια μας μυρωδιές από τριφύλλι, απ’ αγριόχορτα, απ’ τη δροσιά. Να στεγνώσει ο αέρας τα σάλια μας. Να ξεδιψάσουμε με το νερό από το ρυάκι.
Ρυάκι
Νερό
Νεράκι
Μια σταγόνα από το τίναγμα των μαλλιών σου κόλλησε στην πλάτη σου. Τίναγμα, ανατρίχιασμα, πρόταση στήθους, σφίξιμο χειλιών, αχ με πνιγμένο το χ.  Στάση κορμού  για μάχη, θέση μάχης, ομορφιά γυναίκας, ομορφιά ζωής. Ζωή σε μάχη, καπνός, φωτιά, λάμψη. Σου δίνω άλλη μια παλάμη, άλλα πέντε δάχτυλα, κι άλλο ένα χέρι. Τ’ απλώνω να με τραβήξεις από το χαμό εγώ που είχα μάθει να μη φοβάμαι το σκοτάδι… σου λέω οδήγησε με, γιατί οι δικοί μου αρχάγγελοι στο τέλος πέθαναν και ξεχάστηκαν. Σιώπησαν και χάθηκαν.
Σιωπή
Ψίθυρος
Πνοή
Δυο χέρια μια αγκαλιά τρεμάμενα, ένα κορμί τσακισμένο σου γυρεύει ανάσταση στις ευωδιές και τις ομορφιές. Σου ζητώ να μου μάθεις να γράφω ξανά, να διαβάζω από την αρχή τις λέξεις, που χαράζεις με το βήμα σου, αφήνοντας πάνω τους λίγο χορτάρι και χώμα των χωραφιών, όπως ξυπόλητες περπατούσαν. Αφήνοντας λίγο αίμα από τις γδαρμένες άκρες των ποδιών μου.


Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016

Μπερδεμένο χρώμα ματιών

Τινάζοντας την σκόνη
απ’ τα ρούχα της νεότητας
μου πέρασε η σκέψη απ΄ το μυαλό
να σε πάω βόλτα για ένα ποτό.
Σιγοπαίζει  το ραδιόφωνο στ΄ αμάξι
δυο φανάρια στη μέση του επαρχιώτικου δρόμου
με πείσμα προσπαθούν να τον δείξουν
σαν πρωτευουσιάνικη λεωφόρο.
Άφραγκος βράδυ παρασκευής
Δείλιασα να σου μιλήσω
Έχεις και κείνο τ’ όνομα
που είχαν τα κορίτσια στις γειτονιές
όσο ακόμα υπήρχαν γειτονιές.
Όμως  οι διψασμένοι ουρανοί
μήτε οι γαληνεμένες θάλασσες
έχουν
το μπερδεμένο χρώμα των ματιών σου.


Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Μονμάρτη

                                                     στον Τέλη Μ.


Οι γκραβούρες διακοσμούσαν
τους κυρίως χώρους του σπιτιού
την τιμητική όμως θέση στο σαλόνι
είχαν οι πίνακες της Αβαντ Γκαρντ
Τους κοίταζε την ώρα
του απογευματινού καφέ
Συνήθως μόνος…
Όταν ήταν με παρέα
διηγούνταν τη ζωή
των μεγάλων καλλιτεχνών
με χαρούμενη διάθεση
με παράλληλες ιστορίες
από την Παριζιάνικη ζωή.
Τα έργα ήταν φυλαγμένα
με μεγάλη προσοχή.
Όταν έφυγε
οι πίνακες βγήκαν στη δημοπρασία.

Κι εκείνο το ταξίδι στη Μονμάρτη που ποτέ δεν έγινε.


Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

Έχω δει τον ουρανό... Γιώργος Σαραντάρης.

Έχω δει τον ουρανὸ με τα μάτια μου
Μὲ τὰ μάτια μου άνοιξα τὰ μάτια του
Μὲ τὴ γλώσσα μου μίλησε
Γίναμε αδελφοὶ καὶ κουβεντιάσαμε
Στρώσαμε τραπέζι καὶ δειπνήσαμε
Σὰν νὰ ήταν ο καιρὸς όλος μπροστά μας
Και θυμάμαι τὸν ήλιο ποὺ γελούσε
Πού γελούσε καὶ δάκρυζε θυμάμαι





Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Το λάθος. Θωμάς Γκόρπας

Να μη χαθούμε μες την ερημιά του κόσμου έλεγε
χαθήκαμε μες σε κατάμεστο ξενυχτάδικο
άγγελοι μετανάστες σε αθηναϊκό υπόγειο ουρανό.
Το πρωί μου τηλεφώνησε να μάθει αν τη θέλω ακόμα.
Δε σ΄ακούω της είπα πάρε το μηδέν.
Αλλά εκείνη πήρε λάθος... Πήρα λάθος να με συγχωρείτε.



Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Συμπερασματικό



Η Δραπετσώνα πλέον
δεν έχει πίκρα, δεν έχει ανηφόρα
η Δραπετσώνα είναι μόνο
ένας χορός παραστάσεως
τον χορεύουν οι κουρασμένοι
ριζοσπάστες  πολιτικοί
κουρασμένοι από το φόρτο της ευθύνης
φορτωμένοι 40 χρόνια σε κρατικές πινακίδες.
Οι μη ριζοσπάστες πολιτικοί προτιμούν τα δημώδη άσματα
βαθιά προσηλωμένοι στο ρομαντικό εθνικό ιδεώδες
Τα σπίτια στα Δραπετσώνα είναι χωρίς κρεβάτια
xωρίς κούνια, από τότε που πνίγηκε στην κούνια η αλλαγή.
Η Δραπετσώνα δεν έχει πια ζωή
γιατί όλοι μαζί τα φάγαμε
έτσι είπε ο Πάγκαλος
όχι ο δικτάτορας
ο εγγονός του δικτάτορα
κι εγώ εγγονός της γιαγιάς μου
που μου λεγε για του Πάγκαλου τα γούστα ( του δικτάτορα)
Θα ζήσουμε χωρίς στεφάνι, χωρίς γεράνι αγάπη μου
γιατί η ζωή είναι γλυκιά
κι αυτό το ξέρουν πολύ καλά οι δικτάτορες.


Ποιητική Συλλογή " Σειράδιο"
Περίανδρος Παπανικολάου



Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Σκοτεινό δάσος.

Τέλος εβδομάδας. Παρασκευή. Αγία Παρασκευή. Πάλι καλά που υπάρχει δουλειά. Πάλι καλά που έχεις Παρασκευή. Σάββατο να είναι μάστορα κι ας είναι εξήντα ώρες. Μα δε θα ρθει η Δευτέρα; Τώρα όμως είναι Παρασκευή. Σ΄ ένα μπαλκόνι, πίσω από ένα παράθυρο και στο βάθος του ορίζοντα μια θάλασσα κι ένα μικρό δάσος σκοτεινό.
Καταφύγιο των παλιών μυστικών, καταφύγιο για ζευγαράκια, για μπαλαμούτιασμα, για νταραβέρια για κολύμπι μετά από κοπάνα. Εκεί που τρύπωναν κάθε λογής ήχοι από λαχανιάσματα, αναστεναγμούς, χαμουρέματα, ντουμανιάσματα. Τρυπωμένη μια ατέλειωτη εφηβεία. Τρυπωμένα γίνονταν τ’ αγόρια άντρες και τα κορίτσια γυναίκες, λέγοντας  «σ αγαπώ»  τρεμάμενα στο ρυθμό από τα σημαιάκια των σκαφών που ήταν δεμένα. Κορμιά δεμένα μ αγκαλιές κι ένα τσιγάρο που θέλαμε να είναι ατέλειωτο. Πότε θα βρεθεί το τσιγάρο που δε τελειώνει ποτέ; Άγγελοι με πεντάλ και φτερά χαρτάκια. Χαρτάκια άσσου κασετίνα, Καρέλια κασετίνα, Σαντέ σκέτου. Χαρτάκια μανταλάκια. Άλλα χαρμάνια μόνο που χάλασαν τη γεύση από το CAMEL και το γυρίσαμε σ’ άλλα.
 Μάτια μεθυσμένα από την κουβέντα, χαμένα στα χαμομήλια τ΄ ουρανού. Κορμιά κατάρτια  στο αγέρι, αγέρι που χαϊδεύει το κατάρτι όπως η αγαπητικιά το κορμί του αγαπητικού της. Α+Β = love χαραγμένα στα δέντρα του δάσους και γραμμένα στα παγκάκια. Ατελείωτοι οργασμοί, ονειρώξεις, σκοτεινών κορμιών, σιωπηλών αναστεναγμών, φωτεινών ψυχών. Ψυχές λαμπιόνια,  σπασμένη ανάκλαση λαμπιονιών στο κύμα.

 Τέλος εποχής, τέλος εβδομάδας, τέλος τα τσιγάρα. Επανασυγκόλληση παλαιών φίλων, φίλων που πέρασαν και δε κόλλησαν. Ευτυχώς που έχουμε την Παρασκευή …και για όσο.

Περίανδρος Παπανικολάου





Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Εκείνος. Τέος Σαλαπασίδης.

Τον αγαπούσαμε γιατί ήτανε παλικάρι
Τον αγαπούσαμε για την περίφημη γροθιά του
Για το σταθερό γαλάζιο του βλέμμα
Τον αγαπούσαμε γιατί περίμενε σαν παιδί την Άνοιξη
Ζωγραφίζοντας λουλούδια και φωτιές
Τον αγαπούσαμε γιατί βάδιζε όρθιος
Και γελούσε στα σκοτάδια πολεμώντας
Τον αγαπούσαμε για την απλή προσταγή του
Για το φαρδύ του στήθος- που αργότερα ματώθηκε
Τον αγαπούσαμε για το βουνίσιο του τραγούδι
Τον αγαπούσαμε πιότερα Σα δεν τραγούδαγε
Τότε γέμιζε το πιστόλι του σφυρίζοντας
Τον αγαπούσαμε – νικούσε και τον ήλιο με γιουρούσι
Γατί μάτωνε τις νύχτες μ΄ενέδρες
Τον αγαπούσαμε και μας αγάπησε στήνοντας στη Σαλονίκη
Την εφηβική σημαία του κεντημένη με δυό σφαίρες
- Τότε που σκόρπαγε ορμητικά στις τρικυμισμένες πλατείες
Τα είκοσι τριαντάφυλλα που του χάρισε η μητέρα του
Τον αγαπούσαμε και μας αγάπησε – ο Χάρης!

 Το πατάρι 
                                                                                                                      Στον Τέο Σαλαπασίδη
Ο Λουμίδης τω καιρώ εκείνω ήταν ένας μόντζος. Εκεί καθόμαστε τα πρωιά μεσημέρια βράδια και χαζεύαμε ήλιους και φεγγάρια μέσα απο τα τζάμια του και μελλοντικά τραγούδια μεσ' απ΄τα σπλάχνα μας
...................................................................................
Έτσι μπορώ σήμερα να θυμάμαι την αγαπημένη Σταδίου, το Βυζάντιον του Μπάμπη και των εργατικών της αυγής, τα πλακιώτικα κουτούκια τα κολωνακιώτικα καρβουνιάρικα τα διενυκτερεύοντα της Ομονοίας πανσελήνους επί της Ακροπόλεως κατουρήματα επί της Πλατείας Συντάγματος ολίγα μακαρόνια με σάλτσα και ένα ψωμί γωνία ένα πακέτο Κιρέτσιλερ για όλη την παρέα και τον Τέο Σαλαπασίδη τον καλύτερο όλων μας

Θωμάς Γκόρπας


Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Τζεμάλ Σουρεγιά .Το πλοίο των οχτώ και δέκα


Ξέρεις τι έχεις στην φωνή σου;
Το κέντρο ενός κήπου…
Άνθος χειμερινό, σε μεταξένιο μπλε.
Ανεβαίνεις στον επάνω όροφο,
Τσιγάρο για να κάνεις…
Ξέρεις τι έχεις στην φωνή σου;
Άϋπνη μιλιά…
Δυσαρεστημένη είσαι με την δουλειά σου,
Και δεν αγαπάς την πόλη ετούτη.
Αλλιώς, θα δίπλωνες την εφημερίδα…
Ξέρεις τι έχεις στην φωνή σου;
Φιλιά παλιά…
Το αδιάφανο τζάμι του μπάνιου.
Δεν φάνηκες για κάποιες μέρες…
Τραγούδια σχολικά έχει η φωνή σου…
Ξέρεις τι έχεις στην φωνή σου;
Την ακαταστασία του σπιτιού…
Και όλο και πιάνεις το κεφάλι σου,
Προσπαθείς να φτιάξεις την μοναξιά σου…
Που χαλάει στον άνεμο.
Ξέρεις τι έχεις στην φωνή σου;
Λέξεις που δεν μπόρεσες να πεις…
Μικρές και σύντομες ίσως,
Που όμως στέκουν σαν μνημεία,
Την ώρα αυτή.
Ξέρεις τι έχεις στην φωνή σου;
Πράγματα που δεν έχεις πει.


Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Πέχλιβαν

Ερχόμενος στην πόλη
ο ημίθεος
δεν γκρέμισαν μέρος των τειχών
προς τιμή του.
Τους φάνηκε σχετικά κοντός
και δύσμορφος.
Αν και ο ίδιος με περηφάνια
είχε καρφωμένα
στο στήθος του τρόπαια.
Θέλησε τους άθλους να διηγηθεί
αναπαριστώντας τους.
Χειροκροτούσαν φωνασκώντας
οι νεώτεροι
οι οποίοι κατά την ώρα της καταβολής
προαιρετικού εισιτηρίου
έφυγαν.
Κέρματα έριξαν οι μεσήλικες
μια γερόντισσα μόνο σιγομουρμούρισε

κι έριξε ένα κατοστάρικο

Ποιητική συλλογή " Προβέντζα"






Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Μια κόρη απο την Γένοβα.

Ένα τραγούδι της λαϊκής Μούσας που διατηρείται από στόμα σε στόμα μέσα από το πανηγυριού τ' Αη Συμιού. Η δημιουργία του χάνεται στους αιώνες του παρελθόντος. Τραγουδιέται μόνο στην πόλη του Μεσολογγίου. Οι στίχοι δείχνουν την επαφή της πόλης με τη δύση. Ενα τραγούδι που μιλάει για θάλασσα, καπετάνισσες και κουρσάρους.

Μια κόρη απο τη Γένοβα να ταξιδέψει θέλει
φτιάχνει καράβι απο σκαρί
πανί απο το βελόνι
Παίρνει και ναύτες διαλεχτούς
όλους παλιούς κουρσάρους
παίρνει κι΄ενα ναυτόπουλο 
που τους καιρούς διαλέγει
στη Γένοβα θέλουν να παν

καλές αντάμωσες...!


Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Κώστας Ανδριόπουλος. -394-

Αποδέχομαι προϊόντα εγκλημάτων, ερωτικών.
Η ευθύνη μου παρεπόμενη, το αξιόποινο εξαρτημένο
και η ποινή ανάλογης βαρύτητας.
Τι να ισχυρισθώ;
Ότι δε γνώριζα την προέλευση;
Mα, εξ ενδειγμάτων, ώφειλα να αντιληφθώ.
Έπρεπε, αυτή η τρέλα στο βλέμμα
αυτή η φλόγα στην ίριδα
αυτό το κυμάτισμα στη φωνή
έπρεπε, να με υποψιάσουν.

Ποιητική συλλογή " Υπαίτια Μέθη" 








Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Γιώργος Χρονάς.

Το ξέρω
7 η ώρα θά ΄ναι του θανάτου
Μόλις θάχουν ανοίξει τα μπορντέλα
Έξω στο σπίτι μου  μαζεμένοι
οι εργάτες
της Όστιας, οι Κορίνθιοι, οι Θεσσαλείς
οι Ρωμαίοι στρατιώτες του Νέρωνα,
του Μεγαλέξαντρου
οι Εβραίοι της Νέας Υόρκης
κι εσύ.
Η μάνα μου τότε περίλυπη
θα βγει στο παράθυρο
και θα ρωτήσει
Ποιος εκ των δυο θανείν ή ζειν;
Βαρραβάς ή Γεώργιος
θα φωνάξετε
θα με πάρετε εν σιωπή.
Ο όχλος θα μου αφαιρέσει
τις μέρες του πάθους του Ιουνίου,
του Ιουλίου, του Αυγούστου,
Ο όχλος θα μου αφαιρέσει
εκείνη τη ζωγραφιστή σκιά
στο δεξί μου χέρι
την άδεια  εισόδου στο ξενοδοχείο " Εσπερος"
Τη συνέχεια και το τέλος θα το γράψει
εκείνο το παιδί που κύλαγε
ένα στεφάνι στο βαρέλι
με τη δύση ηλίου στη Σαλαμίνα
ενώ η μάνα του ψηλά στην ανηφόρα
με τα χέρια μπροστά το φώναζε.



Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Μιλτιάδης Μαλακάσης

Γεννημένος στο Μεσολόγγι καταγόμενος από ιστορική οικογένεια, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης ανήκει λογοτεχνικά στην Δεύτερη Αθηναϊκή σχολή. Τελειώνοντας με το ζόρι τις βασικές σπουδές του, μιας και δεν ήταν καλός μαθητής, θα γραφτεί σε ηλικία 20 ετών στη Νομική Σχολή Αθηνών. Δε θα την τελειώσει ποτέ αφού η ποίηση ήταν αυτό που θα τον απασχολούσε για όλη την διάρκεια της ζωής του.  Άλλωστε η οικονομική επιφάνεια της οικογένειάς του το επέτρεπε. Η συνάντηση του με τον Ζαν Μωρεάς θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην ποιητική του πορεία.  Η ποίηση του δε θα ασχοληθεί με τα εθνικά θέματα της εποχής του. Είναι λυρική και εξευρωπαϊσμένη, γεγονός που έκανε τους παλιότερους κριτικούς να σταθούν κριτικά απέναντι του. Η αναγνώριση θα έρθει από τις επόμενες γενιές. Η ποίηση του Μαλακάση χαρακτηρίζεται από μια απαλότητα ενώ το μοναδικό του χάρισμα στην δόμηση ενός ποιήματος είναι ολοφάνερη. Ο Γκόρπας χαρακτηρίζει την ποίηση του Μαλακάση σαν τον ήχο που παίρνει η πόλη όταν βραδιάζει.  Ο Καρυωτάκης θα στρέψει τα πυρά του προς τον Μαλακάση με το ποίημα " Μικρή ασυμφωνία σε Α μείζον." Ο Καρυωτάκης όμως είναι επηρεασμένος απο γενικότερη άποψη που επικρατούσε για την κοσμικό τρόπο ζωής του Μαλακάση. Δεν ήταν όμως έτσι. Ο Μαλακάσης συναναστρέφονταν με τους νέους λογοτέχνες και πρόσφερε απλόχερα τη βοήθεια του. Ο ίδιος επισκέπτονταν  την Πολυδούρη όσο νοσηλεύονταν, βοήθησε τον Ζώτο όπως και άλλους. Η ποίηση του Μαλακάση θα μπορούσε να λεχθεί ότι είναι προδρομική για της μετέπειτα γενιές. 

Ἀγάπη

                                           Ἂς μὴ γυρίζει ὁ λογισμὸς στὰ χρόνια ἐκεῖνα πίσω.
                                           Κάλλιο μιὰ τέτοια θύμηση γιὰ πάντα νὰ χαθῇ,
                                           Ποιὸς ξέρει, τώρα θἄτανε γραφτὸ νὰ σ᾿ ἀγαπήσω,
                                           Καὶ τόσο ποὺ καμμιὰ ποτὲ δὲν ἔχει ἀγαπηθῇ.
                                           Κι ἂν ἔφυγεν ἡ νιότη σου, ποὺ θλίβεσαι γιὰ δαὔτη,
                                          Ὡς γιὰ πουλὶ ποὺ πέταξε μἄλλα μαζὶ πουλιά,
                                          Περσότερο ἀπὸ μία ἄνοιξη τὸν ἔρωτά μου ἀνάφτει
                                          Τοῦ χινοπώρου τἄγγιγμα στὰ ὡραῖα σου τὰ μαλλιά.
                                           Κι ἀκόμα φτάνω ν᾿ ἀγαπῶ σ᾿ ἐσὲ μίαν ἄλλη εἰκόνα,
                                          - Τ᾿ ὁρκίζομαι στὰ μάτια σου ποὺ τόσο λαχταρῶ, -
                                          Τὸν ἥμερο κι ἀνέφελο καὶ τὸ γλυκὸ χειμῶνα,
                                         Ποὺ στὸ χλωμό σου πρόσωπο μία μέρα θὰ θωρῶ.
                                         Καὶ μάθε το, τὶς μελιχρὲς λαμπράδες τοῦ Δεκέμβρη,
                                         Καὶ τὶς φεγγαροσκέπαστες τοῦ Γενναριοῦ ὀμορφιές,
                                         Μήτε στὶς τρέλλες τ᾿ Ἀπριλιοῦ κανένας θὰ τὶς εὕρῃ,
                                         Μήτε καὶ στὶς μονότονες τοῦ Μάη καλοκαιριές..






Βασιλεύεις εσύ. Θωμάς Γκόρπας

Σε χαμηλωμένο φως που δεν ξέρει την περηφάνια
βασιλεύεις εσύ που την ξέρεις
Σε απαλήν εγκατάλειψη τραμπαλίζεται το χαμόγελό σου
φρέσκο φύλλο που παίζει με το βοριά.
Κι ως σηκώνεις τα χέρια σου και φωνάζεις ζήτω στην ομορφιά
λάμπουν σαν μέσα απο δροσιά οι μασχάλες σου
αγροτικά λουλούδια στην πρώτη τους ηλικία.


Τρίτη 24 Μαΐου 2016

Αλλοτε η θάλασσα. Γιώργος Σαραντάρης.

Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός




Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Μίνως Ζώτος.

Ο Μίνως Ζώτος γεννήθηκε στο Νεοχώρι Παραχελωίτιδας. Ήταν απόφοιτος της Παλαμαϊκής σχολής. Το 1922 θα γραφτεί στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Με την παρέμβαση του Μιλτιάδη Μαλακάση θα διοριστεί ταμίας στο Δήμο Αθηναίων. Τις σπουδές στη Νομική δε θα τις τελειώσει ποτέ λόγω της ξέφρενης ζωής που θα ακολουθήσει. Το 1928 θα γνωριστεί με την Μαρία Πολυδούρη για την οποία θα νιώσει σφοδρό έρωτα. Πολλές φορές απάγγελνε στίχους στο " φιλολογικό"  καφενείο " Το Μπάγκειον". Ο Ζώτος θα προσβληθεί απο φυματίωση και θα ξεψυχήσει το 1932 σε ηλικία 27 ετών.  Ανήκει στους ποιητές του μεσοπολέμου μαζί με τους "καταραμένους " της περιόδου αυτής, Λαπαθιώτη, Μήτσο Παπανικολάου, Τεύκρο Αμφείας κ.α.. η ποίηση παρουσιάζει επιρροή απο τα ρεύματα του νεοσυμβολισμού και του νεορομαντισμού.

Ο ΙΠΠΟΤΗΣ
Ήταν ιππότης. Κάτι έπρεπε να ‘ναι
Κι ήταν ιππότης. Ελαμποκοπούσε
Χρυσό σπαθί στο πλάι του κι εφορούσε
Λευκό στο καπελίνο του φτερό.
Αμίλητος καβάλα στ’ άλογο του
Χώρες περνούσε κι άφηνε ζητώντας
Τον κίνδυνο, που αντίκριζε γελώντας
Ο ιππότης μια φορά κι έναν καιρό.
Κάτι ζητούσε μέσα του η ψυχή του,
Κι αν άσκοπα τον κόσμο ετριγυρνούσε,
Ο πόθος του τον κόσμο ξεπερνούσε
Πλατύτερος, να πάει, στον ουρανό...
Ωστόσο ευγενικά κι αντρειωμένα
Με το ληστή παλεύοντας, που εκράτει
Στον πύργο την κυρία την ντελικάτη
Ή την αρχοντοπούλα την μικρή,
Αυτός ανυστερόβουλα, με πίστη,
Την ένδοξη παράδοση ετιμούσε,
Κι εγύμνωνε το ξίφος κι εχτυπούσε
Και λευτεριά τους χάριζε ιερή...
Μα εκείνες που δεν ήξεραν του έκαιγαν
Θυμίαμα θαυμασμού τον έρωτα τους
Κι έταζαν την αχρείαστη ομορφιά τους
Στην τόλμη του για δώρο προσφερτή...
Δεν το χωρούσε ο νους των, δεν μπορούσαν
Να νοιώσουν μια θυσία τόσον ωραία
Για της ευγένειας μόνο την ιδέα
Και για της ιπποσύνης την τιμή.