Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Οι Αρχάγγελοι της Κατερίνας

                       Μονάχα σας παρακαλώ μη μας κουτσομπολεύετε.
                                     Κι αφήστε τη δική μου Μυρτώ ήσυχη.
                                               Έτσι γεννήθηκε.
                                                 Λυπημένη.
Για όσους γνώριζαν την Κατερίνα Γώγου την περιγράφουν σαν τον συνεχή επαναστατικό άνθρωπο που δεν ήθελε να του αποδώσουν το χαρακτηρισμό του βολεμένου. Ποιήτρια της τρίτης μεταπολεμικής γενιάς. Ακόμα, όπως και πολλών άλλων αυτής της περιόδου, το έργο της δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο της φιλολογικής έρευνας. Αν για το Βάρναλη η ποίηση πρέπει να είναι δρεπάνι, για τη Γώγου είναι ένα τσεκούρι ετοιμοπόλεμο «Η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω/είναι τσεκούρι στα χέρια μας/που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει,γυρίζει.γυρίζει. Η ποίηση της υπαρξιακή, ρεαλιστική, άλλοτε επιθετική, άλλοτε απολογητική. Πραγματοποιεί κύκλους, σκοπός, δράση αποτυχία, αδιέξοδα κι επανέρχεται. Η ποίηση της Γώγου έχει ένα υπόκωφο γιατί….γιατί δε βλέπεις; γιατί δε μιλας; γιατί σωπαίνεις; Και μια φανερή κραυγή… εδώ είμαι στα λέω άκου. Βλέπει την ασχήμια του όμορφα νοικοκυρεμένου  αλλά και την ομορφιά του « ασκημωμένου» κόσμου …είπανε για κείνο τον Αρχάγγελο […] πως ήταν αλκοολικός. Η Γώγου αγωνίζεται για τα δικαιώματα απομονωμένων κοινωνικά ομάδων στοχοποιείται από την ασφάλεια. Κοιτάζει την πραγματικότητα κατάματα κι επιλέγει την σύγκρουση, με κοινωνική δράση και μέσα από την ποιητική της. Oμως η σύγκρουση αυτή έχει συγκεκριμένη πορεία. Την απομόνωση ….. Από κείνη την Τρίτη ούτε που ξαναμιλησα σε ανθρώπους, την πνευματική κατάρρευσηΕίναι που δε μπορώ να ξεχωρίσω πια και μπερδεύω που σταματάει τ’ όνειρο και που αρχίζει η αλήθεια,  και τέλος την σωματικήΓι αυτό αν τύχει και μ’ αγαπήσεις/ πρόσεχε σε πρακαλώ πολύ πολύ/που θα μ’ αγκαλιάσεις.Πονάει εδώ./Κι εδώ. Κι εκεί. Μη!κι εδώ/ Κι εκεί.
Μετά η σιωπή.

Φεύγοντας η Κατερίνα πήρε μαζί ότι πιο σπουδαίο και τελευταίο από την διανόηση και  τα χρώματα της δεκαετίας του 90. Από κει ύστερα ξεκινά μια γενιά χωρίς προσδιορισμό χρονολογικό. Η γενιά της κραιπάλης και του flat.

A ρε Σύντροφε πόσο μας λείπεις...

Ο καιρός σκουλήκιασε
πυρηνικές δοκιμές, λαϊκά μέτωπα, 
μπορντέλα και πολυεθνικές, 
δεν μας αφήνουνε ν’ αγαπήσουμε.

A ρε Σύντροφε πόσο μας λείπεις...

Τα ξέρεις, τι να σου πω.
Και μετά συνεργαστήκανε.
Στην Κίνα, Γενάρης του `77, σφάζουν εργάτες

A, ρε Σύντροφε γιατί δεν πρόσεχες 
γιατί δεν πρόσεχες πιο πολύ;

Εδώ, τα ίδια. Κρύβονται στο καβούκι τους οι άνθρωποι.

Αχ και να `ξερες ρε Σύντροφε τι βαρύ φορτίο κουβαλάμε...
Έτσι καί λίγο φανείς μπόσικος πέρασες απέναντι.

A, ρε Σύντροφε γιατί δεν πρόσεχες 
γιατί δεν πρόσεχες πιο πολύ;

A ρε Σύντροφε που δεν πρόδωσες
ζούμε την βαρβαρότητα.


Προσθήκη λεζάντας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου